Ἡ Ἁγια-Σωτήρα καὶ τὸ Σωτηράκι τοῦ Αἰγάλεω

Ἡ Ἁγια-Σωτήρα καὶ τὸ Σωτηράκι τοῦ Αἰγάλεω

Τοῦ κ. Κων. Ἰ. Δάλκου, Φιλολόγου, ἐπιτ. Δ/ντοῦ τοῦ 3ου Λυκείου Αἰγάλεω.

Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ ἑορτασμοῦ κατὰ τὸν τρέχοντα μῆνα Αὔγουστο τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος ἔκρινα ὅτι θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ ἐνημερωθοῦν οἱ συμπολῖτες μας γιὰ τὴν ἀπό τινων αἰώνων ὕπαρξη στὴν περιοχή μας ἑνὸς ἀφιερωμένου στὴν Μεταμόρφωση, ἔστω καὶ ἐκ παρετυμολογίας, μεταβυζαντινοῦ ναοῦ.

Σὲ ἄλλες ἐποχὲς καὶ μὲ ἄλλες κοινωνικὲς συνθῆκες ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ θὰ ἦταν περιττὴ καὶ θὰ ὑπῆρχε ἀσφαλῶς καὶ τὸ σχετικὸ λαϊκὸ πανηγύρι, ποὺ ἦταν βέβαια τότε ὄχι στημένη καὶ μοναχική, ἀλλὰ οὐσιαστική, αὐθόρμητη καὶ κατὰ λέξιν ψυχαγωγία τῆς τοπικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, κατὰ τὸ πανελλήνιο ἔθιμο, προσέφερε αὐτὴ τὴν ἡμέρα, γιὰ νὰ εὐλογηθοῦν, τὶς ἀπαρχὲς τῶν σταφυλιῶν ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐντόπια πανάρχαια ἀμπέλια. Σήμερα ὅμως ὁ μικρὸς αὐτὸς ναὸς εἶναι παντελῶς ἄγνωστος κα

ὶ ἀναφέρεται μόνον δι’ ὀλίγων στὸ «Εὑρετήριο τῶν Μεσαιωνικῶν Μνημείων».

Εἶναι μία μικρὴ μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική, ὅπως τὰ περισσότερα ἐκκλησάκια τῆς περιοχῆς τοῦ ἀρχαίου ἐλαιῶνα, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔχει μείνει πλέον μόνον τὸ ὄνομα. Οἱ διαστάσεις της εἶναι 5.30 x 7.90 διαθέτει δέ, ἐπίσης θολωτό, νάρθηκα ποὺ ἐξέχει πρὸς νότον. Ἐσωτερικῶς ἐσώζοντο, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ 1997-98, ὅταν εἶχα εἰσέλθει στὸ μνημεῖο, οἱ ἀναφερόμενες στὸ «Εὑρετήριο» ὀλίγες τοιχογραφίες, «στρατιωτικοὶ ἅγιοι καὶ ὅσιοι ἐντὸς ἐγκολπίων ἐπὶ τῶν τοίχων καὶ ἱεράρχαι ἐν τῇ ἁψῖδι».

Ὁ ναὸς εὑρίσκεται στὰ ὅρια τοῦ Δήμου μας, στὴν συμβολή, ἀνατολικῶς τοῦ Κηφισοῦ

, τῶν ὁδῶν τέως Καβάλας (νῦν Θεσσαλίας) καὶ Κνωσοῦ ἐντὸς κτήματος τὸ ὁποῖον ἀνῆκε στὴν οἰκογένεια Ρίπη. Τὸν ἐφρόντιζε, μέχρι τοὐλάχιστον τοῦ 1998, ἡ κατοικοῦσα ἐκεῖ πλησίον συμπολῖτις μας κ. Νικολέττα Γεροντάρη. Σήμερα εὑρίσκεται περιφραγμένος ἐντὸς μιᾶς ἐκτεταμένης περιοχῆς δραστηριοτήτων ἑταιρείας πετρελαιοειδῶν, ἡ ὁποία, ὅπως μοῦ εἶπαν, ἀνήκει στὸν κ. Μιχαὴλ Σασλόγλου. Μὲ ἱκανοποίηση διεπίστωσα ὅτι, ἐξωτερικῶς τοὐλάχιστον, ὁ ναὸς καὶ ὁ περιβάλλων αὐτὸν χῶρος ἔχουν γίνει ἀντικείμενο εὐλαβοῦς φροντίδος, ὥστε νὰ εἶναι σαφὴς ἡ διαφορὰ πρὸς τὴν προηγουμένη κατάσταση, ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὸ σχετικὸ φωτογραφικὸ ὑλικό.

Ὁ ναὸς εὑρίσκεται στὴν περιοχὴ ποὺ ὀνομάζεται Σωτηράκι ἢ Σωτηράκη, εἶναι δὲ τὸ Σωτηράκι ἕνας ἀπὸ τοὺς συνοικισμοὺς ποὺ ἀπετέλεσαν τὸ 1934 τὴν Κοινότητα Αἰγάλεω. Στὸ τρίγωνο μεταξὺ τῶν ὁδῶν Ἀ. Μιαούλη καὶ Μακεδονομάχων ὑπάρχει σήμερα καὶ ἡ πλατεία Σωτηράκη. Κάποιοι ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς κατοίκους ἀγνοοῦντες προφανῶς τὴν παλαιότητα τοῦ τοπωνυμίου τὸ συνεδύαζαν μὲ τὸν σύγχρονον σχεδὸν κτηματία Σωτήριον Ἀντωνάκην, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστὸς μὲ τὸ παρωνύμιο «Μεντζεσόλας». Ὁ μακαρίτης Ἀντωνάκης εἶχε πολλὰ κτήματα στὴν περιοχὴ τοῦ Δήμου, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ «Μάντρα τοῦ Σωτηράκη» στὸ τετράγωνο μεταξὺ Ἱερᾶς ὁδοῦ, Μ. Μπότσαρη, Γρηγορίου Κυδωνιῶν καὶ Δωδεκανήσου, ὅπου ἀργότερα ὁ θερινὸς κινηματογράφος «Τιτάν». Σὲ φυλλάδιο, ποὺ ἔχει κυκλοφορήσει ὁ Ἱ. Ναὸς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀναγράφεται ὅτι ὁ ἐν λόγῳ «Σωτηράκης» προσέφερε τὸ ξύλινο παράπηγμα, στό ὁποῖο ἐλειτούργησε κατ’ ἀρχὰς ὁ μητροπολιτικός μας ναός.

Τὸ τοπωνύμιο ὅμως, ὅπως ἤδη ἐσημειώσαμε, εἶναι πολὺ παλαιό. Ὁ Κ. Μπίρης, τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖ καὶ ὁ Γιάννης Καιροφύλας σημειώνει: «Σωτηράκι Ἐλαιῶνος. Τοπωνυμία τῆς μεταξὺ τῆς Ἱερᾶς ὁδοῦ καὶ τῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν περιοχῆς, πρὸς Α τῆς κοίτης τοῦ Κηφισοῦ προκύψασα ἀπὸ τὴν ἐπωνυμία μικρᾶς μονοκλίτου βασιλικῆς, τῆς Παναγίας τοῦ Σωτηράκη καὶ ἐκ τῶν περὶ αὐτὴν κτημάτων ἀνηκόντων στὴν τελευταίαν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας εἰς τὸν Σωτηράκην Καπινάκην, κατὰ δὲ τοὺς νεωτέρους χρόνους εἰς τὴν οἰκογένειαν Ρίπη».

Γιὰ νὰ γίνῃ κατανοητό τὸ κείμενο αὐτὸ ἀπαιτεῖται κάποιος σχολιασμός. Κατ’ ἀρχὴν εἶναι προφανὲς ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ποὺ ἐγράφη (1971) ἡ κοίτη τοῦ Κηφισοῦ καὶ ἡ ἑκατέρωθεν εὐρεῖα λεωφόρος ἐχώριζε πλέον, ὅπως καὶ σήμερα, σαφῶς τὴν περιοχή. Εἶναι ὅμως ἐπίσης γνωστὸν ὅτι ὁ ἐγκιβωτισμὸς τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ συνετελέσθη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1937-1940. Πρὸ τοὺ ἔργου αὐτοῦ τὴν περιοχὴ διέσχιζε μία ἀπὸ τὶς τρεῖς «νομὲς» τοῦ Κηφισοῦ, ἕνα μικρὸ ρεῦμα, τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ ἀφηγήσεις παλαιῶν συμπολιτῶν μας, ἦταν δυνατὸν νὰ γεφυρωθῇ μὲ μία σανίδα. Ἑπομένως τὸ Σωτηράκι δὲν περιοριζόταν ἀνατολικῶς μόνον τοῦ Κηφισοῦ.

Ἡ ὑποστηριζόμενη ἐπίσης ἄποψη περὶ τῆς ἐπωνυμίας τοῦ ναοῦ ὡς «Παναγίας τοῦ Σωτηράκη» στηρίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι πολλὲς ἐκκλησίες τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὸ ὄνομα «Ἁγια- Σωτήρα» δὲν ἑώρταζαν τὴν 6ην Αὐγούστου, κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Μεταμορφώσεως («τοῦ Σωτῆρος», ὅπως συνήθως λέγεται), ἀλλὰ ἦσαν ἀφιερωμένες στὴν «Παναγία τὴν Σώτειρα», ποὺ ἦταν καὶ πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν, διάδοχος τῆς Ἀθηνᾶς «σωτείρας». Σὲ συμβόλαιο πάντως τοῦ 1832 κάποιος Παναγῆς Θεοδωρῆ Γελαδάκης ἀναγνωρίζει ὅτι μεταξὺ τῶν κτημάτων ποὺ ἀνήκουν στοὺς αὐταδέλφους Πέτρον καὶ Χατζηαγγελάκην Δημητρίου Ράπτου εἶναι καὶ «εἰς τὸ γεφύρι Πετράκη ρίζες ἕνδεκα πλησ. Ὀμὲρ Φωκᾶς, ἐκκλησίας Σωτῆρος καὶ ρεύματος». Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοὐλάχιστον τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος τὸ ναΰδριο ἐτιμᾶτο ἐπ’ ὀνόματι τῆς Μεταμορφώσεως.

Τὰ λεγόμενα τέλος περὶ «Σωτηράκη Καπινάκη» εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὀφείλωνται σὲ παρανάγνωση συμβολαίου τοῦ 1824, μὲ τὸ ὁποῖο πωλεῖται κτῆμα «εἰς Σωτηράκην Καπιμάκη», ὅπου ἡ τελευταία λέξη ἴσως ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ «Κασιμάκη», ποὺ εἶναι ἄλλο μικροτοπωνύμιο τῆς περιοχῆς. Τὸ τοπωνύμιο «Σωτηράκι» εἶναι ἐξ ἄλλου παλαιότερο τῆς τελευταίας περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας, ἀφοῦ ἤδη τὸ 1750 στὴν νεόνυμφη κυρὰ Σιδερὴ δίνει ὁ πατὴρ αὐτῆς Μῆτρος Σκουζὲς καὶ ἡ μητέρα της «εἰς Σωτηράκι ἐλαιόδενδρα εἴκοσι τρία, πλησίον παῖδες Φωκᾶ καὶ ὁ Μουσταφᾶς μπαμπᾶ ἀχμάτης καὶ ὁ Μῆτρος Ψυχογιὸς καὶ ἡ ἀμπολή». Πάντως στὰ παλαιὰ συμβόλαια τοποθετοῦνται τὰ διάφορα μεταβιβαζόμενα κτήματα «εἰς Σωτηράκη(ν), εἰς τὸν Σωτηράκην, εἰς τοῦ Σωτηράκη, εἰς τὸ Σωτηράκι(η)», ἀλλὰ δὲν ἀναφέρονται, ὅπως θὰ ἦταν φυσικό, σ’ αὐτὰ κτήματα τοῦ Σωτηράκη αὐτοῦ, ἄν πράγματι εἶχε πολλὰ στὴν περιοχή «κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον τῆς Τουρκοκρατίας». Σημειωτέον ὅτι τοπωνύμιο «Σωτηράκι» ἀπαντᾷ καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ καὶ συνοικία ὑπῆρχε «Σωτηραδίτσα» καὶ ἐλαιοτριβεῖο «τοῦ Σ(ι)ωτηράκη».

Εἶναι λοιπὸν πιθανὸν τὸ τοπωνύμιο νὰ ὀφείλεται στὸ ὄνομα κάποιου ἐπιφανοῦς προφανῶς ἀθηναίου, ποὺ εἶχε πολὺ πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως κτήματα στὸ τμῆμα αὐτὸ τοῦ Ἐλαιῶνος. Εἶναι ὅμως ἐπίσης πιθανὸ νὰ ἔχῃ λάβει τὸ ὑποκοριστικὸ αὐτὸ ὄνομα ἡ περιοχὴ ἀπὸ τὸν μικρὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος ἢ τῆς Παναγίας Σώτειρας.

Ὑπῆρχαν δὲ στὸ «Σωτηράκι» κτήματα τῆς ἀθηναϊκῆς ἐκκλησίας «Παναγίας τοῦ Ἀγγέλου», ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά, καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καρίκη (Καρίτση), ὄχι βέβαια τοῦ σύγχρονου ἀθηναϊκοῦ ναοῦ, ἀλλὰ τοῦ προϋπάρχοντος στὴν ἴδια θέση. Χάριν τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἀξιοπερίεργο τοῦ πράγματος, σημειώνω ὅτι στὴν οἰκογένεια Καρίκη ἀνῆκε καὶ ὁ διαπρεπὴς μουσικὸς, μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως, Ἀθηνῶν καὶ πατριάρχης Κων/πόλεως (+1597) Θεοφάνης Καρίκης. Κατὰ τὴν παράδοση, ὅταν ἔψαλλε στὴν Μονὴ Νταοὺ Πεντέλης, κατεβαιναν ἀπὸ τὸ βουνὸ τὰ ἀγρίμια, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσουν! Υπῆρχαν ἐπίσης στὸ Σωτηράκι, λόγῳ τοῦ Ἐλαιῶνος, πλῆθος ἐλαιοτριβείων. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ὁδὸς Καβάλας καὶ ἡ προέκτασή της στὸν Ἐλαιῶνα (νῦν Θεσσαλίας) ὠνομαζόταν κάποτε καὶ «Ὁδὸς Ὲλαιοτριβείων».

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιορκίας τῆς Ἀκροπόλεως ἀπὸ τὸν Κιουταχῆ (1826-27) ἡ περιοχὴ πυρπολήθηκε καὶ γι’ αὐτὸ προφανῶς τὸ 1833 ἡ Βαρβάρα Συμεὼν Νικολέτου κληροδοτεῖ μεταξὺ ἄλλων καὶ «τὰ εἰς Σωτηράκην ἑκατὸν ἐλαιόδενδρά της, τὰ ὁποῖα ἤδη ἀπὸ τὴν πυρκαϊὰν δέκα τέσσερα»!

Τὸ Σωτηράκι εἶχε κατοικηθῆ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα. Τὸ 1871 ὁ Στέφανος Κουμανούδης ἐδημοσίευσε μία ἐπιτύμβια ἐπιγραφή, ποὺ εὑρέθη «ἔξω τῶν Ἀθηνῶν εἰς θέσιν Σωτηράκη». Ἰδοὺ τὰ ὀνόματα κάποιων ἀρχαίων κατοίκων του:

ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΦΥΛΙΔΑ ΚΑΙ ΤΙΜΟΚΛΕΙΑΝ ΚΑΙ ΣΩΣΤΡΑΤΗΝ

Σήμερα τὸ ἀνατολικῶς τοῦ Κηφισοῦ Σωτηράκι εἶναι ἕνας τόπος ὅπου δυστυχῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ζήσῃ καὶ δὲν θὰ ἤθελε νὰ ταφῇ κανείς!

(Τὸ κείμενο αὐτὸ ἐδημοσιεύθη τὴν 20ὴ Αὐγούστου 2008 στὴν ἑβδομαδιαία ἐφημερίδα τοῦ Αἰγάλεω «Ἡ πόλη μας»).