Ὀλίγα καὶ περὶ τοῦ Κηφισοῦ

Ὀλίγα καὶ περὶ τοῦ Κηφισοῦ

Τοῦ κ. Κων. Ἰ. Δάλκου, Φιλολόγου, ἐπιτ. Δ/ντοῦ τοῦ 3ου Λυκ. Αἰγάλεω

Τὸ παρὸν σημείωμα ἔλαβε τὴν ἀφορμὴ ἀπὸ ἀναδημοσίευση, στὸ φύλλο τῆς 24ης Νοεμβρίου, ἑνὸς κειμένου περὶ τοῦ ποταμοῦ Κηφισοῦ, τὸ ὁποῖο περιλαμβάνεται στὴν ἔκδοση τοῦ Δήμου «Ἱερὰ ὁδός, ἀναζητῶντας τὸ ἴχνος». Σκοπός τῶν γραμμῶν αὐτῶν εἶναι νὰ προσθέσουν κάποιες πληροφορίες, ἐνδιαφέρουσες ὑποθέτω, γιὰ τὸ «Ποτάμι» πού, ἀθέατο πλέον, διέρχεται ἀπὸ τὴν περιοχή μας. Ὁ Κηφισὸς λοιπόν, θεὸς στὴν ἀρχαιότητα, τοῦ ὁποίου ἄγαλμα συμπεριλαμβάνεται στὰ Ἐλγίνεια, καὶ ὀχετὸς περίπου σήμερα, εἶναι ἕνας ἐκ τῶν πέντε ὁμωνύμων ποταμῶν ποὺ ἀπαριθμοῦνται στὰ «Γεωγραφικὰ» τοῦ Στράβωνος: «Ἔστι δὲ Κηφισός, ὅ τε Φωκικὸς καὶ ὁ Ἀθήνῃσι καὶ ὁ ἐν Σαλαμῖνι (Ἐλευσῖνι ;). Τέταρτος δὲ καὶ πέμπτος ὁ ἐν Σικυῶνι καὶ ὁ ἐν Σκύρῳ».

Τὰ ὕδατα τοῦ Κηφισοῦ, τοῦ Ἰλισοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἠριδανοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπόγεια ροὴ μποροῦμε σήμερα νὰ παρατηρήσουμε στὸ Μοναστηράκι, δὲν ἦσαν ἄφθονα οὔτε κατὰ τὴν ἀρχαιότητα. Ὁ Πλάτων ἀποκαλεῖ τὸ ρεῦμα τοῦ Ἰλισοῦ «ὑδάτιον». Ὁ Στράβων (66 π.Χ.-24 μ.Χ.) γράφει περὶ τοῦ Κηφισοῦ ὅτι ἦταν «χειμαρρώδης τὸ πλέον, θέρους δὲ μειοῦται τελέως».

Ἡ μαρτυρία αὐτὴ φαίνεται νὰ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν πρὸ τετρακοσίων περίπου ἐτῶν (406 π.Χ.) ποιητικὴ περιγραφὴ τοῦ γηραιοῦ Σοφοκλέους στὸν «Οἰδίποδα ἐπὶ Κολωνῷ», ὅπου ὁ χορὸς λέγει:

..............................οὐδ’ ἄυ-

πνοι κρῆναι μινύθουσιν

Κηφισοῦ νομάδες ρεέ-

θρων, ἀλλ’αἰὲν ἐπ’ ἤματι

ὠκυτόκος πεδίων ἐπινίσεται

ἀκηράτῳ σὺν ὄμβρῳ

στερνούχου χθονός·

Μεταφράζω μὲ τὴν ἐπιφύλαξη ὅσων ἀναπτύσσονται ἐπ’ αὐτοῦ κατωτέρω: «Οὔτε λιγοστεύουν οἱ ἀκοίμητες πηγὲς τοῦ Κηφισοῦ ποὺ τρέφουν τὰ ρεῖθρα του, ἀλλ’ ἀκαταπαύστως ἐπισκέπτεται μὲ τὰ γάργαρα νερά του καὶ γονιμοποιεῖ τὶς εὐρεῖες ἐκτάσεις τῆς (ἀθηναϊκῆς) γῆς». Προφανῶς ὅμως ὁ Στράβων, ὅταν ἀποφαίνεται ὅτι ὁ Κηφισὸς στερεύει τελείως τὸ καλοκαίρι, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του τὴν θερινὴ τότε (καὶ μέχρι πρό τινος ἄλλωστε) συνεχῆ ἄρδευση τῶν περιβολιῶν. Φαίνεται πάντως ὅτι, ἀκόμη καὶ σὲ περιόδους ἀνομβρίας, τὸ «Ποτάμι» εἶχε πάντοτε μία συνεχῆ ροή, παρὰ τὴν γενικὴ μείωση τῶν ὑδάτων λόγῳ τῆς ἀποψιλώσεως τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πηγῶν του, ἤδη ἀπὸ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, γιὰ τὴν ὕδρευση τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχε δέ, προπολεμικῶς ἀκόμη, ὁ Κηφισός, τοὐλάχιστον μέχρι τῶν Σεπολίων, λιμνοῦλες καὶ νερόμυλους καὶ πλατάνια καὶ ἦταν τόπος ἐκδρομῶν.

Ἐδῶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀναγνώστης μερικὲς σχολαστικὲς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν στίχων τοῦ Σοφοκλέους, στοὺς μεταφραστὲς τῶν ὁποίων ἔχει δημιουργήσει πρόβλημα ἡ ἀμφιβαλλόμενη σημασία τῆς λέξεως «νομάδες» ποὺ προσδιορίζει τὶς πηγὲς («κρῆναι») τοῦ ποταμοῦ. Ἡ λέξη «νομάδες» λοιπὸν κατ’ ἄλλους σημαίνει «τὰς τρεφούσας τὰ ρεῖθρα τοῦ Κηφισοῦ πηγὰς» καὶ κατ’ ἄλλους τὶς πηγὲς ποὺ διανέμουν τὰ ὕδατα τοῦ ποταμοῦ. Ἡ δυσκολία ἔγκειται στὸ ὅτι «νομὰς» εἶναι ἡ τρεφομένη, καὶ ὄχι ἡ τρέφουσα, ἐνῶ καὶ ἡ διανομὴ τῶν ὑδάτων δὲν ἁρμόζει στὶς πηγές! Τὸ πρόβλημα ἐπιλύεται ἴσως, ἂν διορθωθῇ ὁ τύπος «νομάδες» π.χ. σὲ «νομάς τε», ὁπότε ἡ λέξη θὰ ἀναφέρεται στὶς διακλαδώσεις τοῦ Κηφισοῦ ποὺ μέχρι πρό τινος ἦσαν ὁρατὲς καὶ στὴν περιοχή μας. Διότι «νομή» (νέμω) σημαίνει κατ’ ἀρχὴν τὴν διαίρεση, τὸν μερισμὸ καί, πλὴν τῶν ἄλλων, κατὰ τὸν Ἡσύχιο, τὴν «μερίδα τοῦ ὕδατος». Ἴσως αὐτὸ εἶχε ὑπ’ ὄψιν του καὶ ὁ ἀρχαῖος σχολιαστής, ὅταν παρατηροῦσε «ἅς («νομάς», ὑποθέτω) ὁ Κηφισὸς ἐπινέμεται, λέγοι δ’ ἂν ἐν τῇ Ἀκαδημείᾳ». Πράγματι, ἂν ἀποδώσουμε στὸν τύπο «ἐπινέμεται» ἐνεργητικὴ σημασία, τὸ σχόλιο φαίνεται νὰ ἐπισημαίνῃ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ποταμὸς διακλαδιζόταν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν (ὅπως καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους) στὴν περιοχὴ περίπου τῆς Ἀκαδημείας τοῦ Πλάτωνος.

Ἤδη λοιπὸν καὶ ὁ Στράβων γράφει ὄτι ὁ Κηφισὸς ἐκβάλλει στὸ Φάληρο «διὰ τῶν σκελῶν τῶν ἀπὸ τοῦ ἄστεος εἰς τὸν Πειραιᾶ καθηκόντων». Κατὰ τὴν Τουρκοκρατία (καὶ προφανῶς πολὺ παλαιότερα) τρεῖς ἦσαν οἱ νομές, δηλαδὴ οἱ ποτιστικοὶ βραχίονες τοῦ Κηφισοῦ, ποὺ σήμερα ἔχουν καλυφθῆ. Ἡ πρώτη καὶ σημαντικώτερη ἦταν ἐκείνη «τῆς Γερακίνας», ποὺ πότιζε τὴν ὁμώνυμη εὐρεῖα περιοχὴ, στὴν ὁποίαν ἀνῆκε καὶ ὁ μικρὸς ναὸς τοῦ «Ἁγίου Σάββα. Τὸ τοπωνύμιο «Γερακίνα» δηλώνει μᾶλλον τὴν ὕπαρξη ἐκεῖ κάποιας ἰδιοκτήτριας πολλῶν κτημάτων, ἡ ὁποία ἴσως ἀνῆκε στὴ οἰκογένεια τοῦ λογίου Μεγάλου Λογοθέτου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Ἱέρακος ποὺ εἶχε ὑπὸ τὴν κατοχή του κατὰ τὸν 16ον αἰῶνα κτήματα στὴν περιοχὴ «Γέρακας» τῆς Ἀττικῆς. Τὸ ρεῦμα αὐτὸ διέσχιζε τὴν Ἱερὰ ὁδὸ ὀλίγα βήματα δυτικώτερα τῆς «Ἱερᾶς ἐλιᾶς».

Ἡ δεύτερη «νομὴ» ὠνομαζόταν «τοῦ Ταύρου» διότι ἐπότιζε ἐκεῖ τὶς καλλιέργειες διερχόμενη πιθανῶς ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ ὑπάρχουν σήμερα αἱ ὁδοὶ Μαρκόνι καὶ Ἁγίας Ἄννης. Ἡ περιοχὴ πλησίον τῶν ὁδῶν Ἁγίας Ἄννης καὶ Ὀρφέως, ὅπου προπολεμικῶς ὑπῆρχαν 20-30 κατοικίες, ὠνομαζόταν «Κερατοχώρι», ἴσως διότι ἐκεῖ ἐκαλλιεργοῦντο «κερατιές», δηλαδὴ χαρουπιές, ὅπως προφανῶς καὶ στὴν Κερατέα τῆς Ἀττικῆς. Ἐπίσης ὠνομαζόταν «Βούθουλας». Τὸ ὄνομα «Βούθουλας» ἢ «Μπύθουλας», ποὺ σημαίνει τὸ χαμηλὸ καὶ λασπῶδες ἔδαφος, ἔφεραν καὶ ἄλλες περιοχὲς τῶν Ἀθηνῶν.

Ἡ τρίτη «νομὴ» διερχόταν ὀλίγα βήματα ἀνατολικώτερα τῆς σημερινῆς κοίτης τοῦ Κηφισοῦ κοντὰ στὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν «Διασορίτη» καὶ στὴν θέση «Δύο Μάρμαρα», τῆς ὁποίας ἔφερε τὸ ὄνομα, καὶ πότιζε τὰ κτήματα τῆς περιοχῆς μας. Σύμφωνα μὲ μαρτυρία παλαιοῦ συμπολίτη μας, τοῦ μακαρίτη πλέον φίλου μου Σωτήρη Ἀγαπητοῦ, καὶ μετὰ τὸν ἐγκιβωτισμὸ τῆς κοίτης τοῦ Κηφισοῦ, οἱ ἐδῶ κτηματίες εἶχαν τοποθετήσει «σχάρα», δημιουργῶντας καὶ ἀρδευτικὸ αὐλάκι, στὸ τετράγωνο περίπου ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ ὁδὸ, τὴν Κηφισοῦ, Κύπρου καὶ Μ. Μπότσαρη. Αὐτὲς οἱ δύο τελευταῖες ποτιστικὲς διακλαδώσεις ἦσαν μικρὰ ρεύματα, τὰ ὁποῖα σὲ κάποια σημεῖα μποροῦσαν καὶ προχείρως νὰ γεφυρωθοῦν.

Τὸ πότισμα τῶν κτημάτων γινόταν μέσῳ τῶν «ἀμπολῶν», ἦταν δὲ «ἀμπολή» (ἀρχ. «ἐμβολή») τὸ πρόχειρο ἢ μονιμώτερο μικρὸ φράγμα, μὲ τὸ ὁποῖο ἀνέβαζαν τὴν στάθμη τῶν ὑδάτων, προκειμένου νὰ τὰ διοχετεύσουν σὲ ὑψηλότερα σημεῖα, ἢ τροποποιοῦσαν τὴν κατεύθυνση τῆς ροῆς. «Ἀμπολὴ» ὠνόμαζαν καὶ τὸ ἀρδευτικὸ αὐλάκι. Κατὰ τὴν Τουρκοκρατία τὴν διανομὴ τοῦ νεροῦ ἐπέβλεπε μικτὴ ἐπιτροπὴ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων. Ἡ διαδικασία αὐτὴ ἦταν προφανῶς πολύπλοκη, διότι κάθε κτῆμα εἶχε συγκεκριμένο, καὶ μεταβιβαζόμενο μαζί του, δικαίωμα ἀρδεύσεως. Ἔτσι διαβάζουμε π.χ. σὲ παλαιὰ συμβόλαια: «Ἐκποιοῦνται ἐλαιόδενδρα εἰς Ποδάρους (Νέα Ἰωνία)...καὶ νερὸν κάθε μῆνα, ἡμέραν Δευτέραν, ὥρας ἕξ» ἢ «πωλεῖται περιβόλι εἰς Σεπόλια, στρέμματα τέσσερα, μὲ μίαν ὥρα νερὸ κάθε ὀκτώ». Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ διώριζε καὶ τὸν λεγόμενον «Ποταμάρχη», ποὺ ἐρρύθμιζε καθημερινῶς τὴν ἄρδευση ἀμειβόμενος ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτες τῆς γῆς. Σύμφωνα μὲ παλαιὰ μαρτυρία ἡ ἀμοιβὴ γιὰ κάθε ποτιζόμενο ἐλαιόδενδρο ἦταν ἕνας εὐτελὴς τουρκικὸς «παρᾶς». Ἀπὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μέχρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὸ νερὸ ἀνῆκε στὰ περιβόλια μὲ τὰ κηπευτικά, ἐνῶ κατὰ τὸν χειμῶνα στοὺς ἐλαιῶνες, τὰ ἀμπέλια καὶ τὰ λοιπὰ κτήματα. Οἱ ποταμάρχες εἶχαν βεβαίως τὴν ὑποχρέωση νὰ εἰδοποιοῦν τοὺς ἰδιοκτῆτες γιὰ τὴν ἡμέρα καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ νερὸ θὰ περνοῦσε ἀπὸ τὸ κτῆμα τους ἢ ἀνελάμβαναν ἀντὶ μικρῆς ἀμοιβῆς νὰ ποτίσουν οἱ ἴδιοι.

Τὸ ἀξίωμα τοῦ Ποταμάρχου εἶναι ἀρχαῖο. Σὲ παπυρικὰ εὑρήματα ἀναφέρονται «ὑδροπάροχοι», «ὑδροφύλακες», «ποταμοφύλακες», ὅπως καὶ σήμερα ὑπάρχουν «ὑδρονομεῖς» καἰ «νεροποῦλοι». Οἱ βοηθοὶ τοῦ ποταμάρχου ὑδρονομεῖς στὴν παλαιὰ Ἀθήνα ὠνομάζονταν «καλημέρηδες», ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων εἶχαν τὸ ἀποκλειστικὸ δικαίωμα νὰ ψάλλουν στὴν πόλη τὰ «καλήμερα». Προηγεῖτο τὸ «φλάμπουρο» καὶ ἀκολουθοῦσαν οἱ «καλημέρηδες» οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν συνοδεία μουσικῶν ὀργάνων ἔψαλλαν τὸ ᾆσμα,

Καλήμερα, καλήμερα καὶ πάντα καλημέρα

κι ἂς τὸν καλημερίσωμε τοῦτον μας τὸν ἀφέντη...

Ἀκολουθοῦσαν τὰ «παινέματα» γιὰ τὸν νοικοκύρη, τὴν νοικοκυρά, τὸν γιὸ καὶ τὴν κόρη τῆς οἰκογένειας καὶ ἡ γνωστὴ τελευταία εὐχή:

Ἐδῶ ποὺ τραγουδήσαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσῃ

κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ πολλοὺς χρόνους νὰ ζήσῃ.

Τὴν ἀμοιβὴ ποὺ εἰσέπρατταν τὰ «βιολιὰ» ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες καὶ τοὺς ἰδιοκτῆτες τῶν κτημάτων μοιράζονταν οἰ καλημέρηδες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπὶ πλέον τὸ δικαίωμα νὰ συλλαμβάνουν γιὰ λογαριασμό τους καὶ τὰ πουλερικὰ ποὺ τυχὸν κυκλοφοροῦσαν ἐλεύθερα στὶς αὐλές! Γι’ αὐτὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη οἱ νοικοκυρὲς ἐκλείδωναν τὰ κοτέτσια ἀφήνοντας ἔξω γιὰ τοὺς καλημέρηδες κάποιαν βέβαια ὄχι εὔρωστη ὄρνιθα!

Μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τὸ δικαίωμα ἐκμεταλλεύσεως τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων περιῆλθε στὸν Δῆμο Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος τὸ ἐνοικίαζε ἢ εἰσέπραττε τὸν σχετικὸ φόρο. Ἡ διαχείριση αὐτὴ ὅμως δὲν ἦταν χωρὶς προβλήματα, διότι οἱ ἑκάστοτε ἐνοικιαστὲς ἢ εἰσπράκτορες τοῦ φόρου συχνὰ ἐκτελοῦσαν ἀμελῶς τὸ ἔργο τους μὲ συνέπεια νὰ σπαταλᾶται τὸ νερὸ καὶ νὰ βλάπτωνται ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτη ροὴ τὰ κτήματα καὶ οἱ δημόσιοι δρόμοι. Τὸ ἀξίωμα τοῦ ποταμάρχου πάντως φαίνεται ὅτι ὑπῆρχε τοὐλάχιστον μέχρι τῆς δεκαετίας τοῦ 1930, ὁπότε, ὅπως μᾶς ἐπληροφόρησε ὁ σεβαστὸς συμπολίτης μας κ. Νικόλαος Μίχας, «ποταμάρχος» τοῦ Κηφισοῦ ἦταν ὁ θεῖος του Σταμάτης Μίχας τοῦ Νικολάου.

Τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν στοιχείων ποὺ παρατίθενται ἐδῶ τὰ ἔχω δημοσιεύσει κατὰ καιροὺς στὴν ἐπετηρίδα τοῦ 3ου Λυκείου «Ἡ Αἴθουσα», παραπέμποντας βέβαια ἐκεῖ, καὶ στὴν σχετική, ὅπου ὑπάρχει, βιβλιογραφία. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι χρήσιμο, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένο, οἱ συμπολῖτες μας παλαιοὶ κάτοικοι τῆς περιοχῆς, νὰ δημοσιεύουν στὴ ἐφημερίδα αὐτὴ μέσῳ ἄρθρων καὶ ἐπιστολῶν παρατηρήσεις, προσθῆκες ἢ διορθώσεις ἐπὶ ὅσων γράφονται κατὰ καιροὺς, καὶ γενικῶς νὰ καταθέτουν τὶς προσωπικές των ἀναμνήσεις, ἀλλὰ καὶ τὸ σχετικὸ φωτογραφικὸ ὑλικὸ ποὺ ἔχουν τυχὸν στὴν διάθεσή τους. Αὐτὴν τὴν τοπική, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερη διαχρονικὴ πατριδογνωσία, τὴν ὀφείλουμε στὰ νέα παιδιὰ μὲ τὴν ἄχρωμη χωλὴ παιδεία καὶ τὴν μονόδρομη ἀδιέξοδη made in... ζωή, ἢ μᾶλλον ἐπιβίωση, ποὺ τοὺς ἐπιφυλάξαμε.

Τὸ 1925 καὶ ἕξι φορὲς ἀκόμη μέχρι τὸ 1938 ὁ Κηφισὸς ἐπλημμύρισε μὲ συνέπεια μεγάλες καταστροφὲς καὶ ἀνθρώπινα θύματα. Μετὰ τὴν πλημμύρα τοῦ 1934 ποὺ εἶχε ἕξι ἀνθρώπινα θύματα ἐκυκλοφόρησε σὲ δίσκο τῶν 78 στροφῶν ἀπὸ τὴν Columbia τὸ ζεϊμπέκικο τοῦ Μάρκου Βαμβακάρη ὑπὸ τὸν τίτλο «Πλημμύρα» μὲ ἐκτελεστὴ τὸν ἴδιο καὶ τὴν Μαρίτσα Πανδρᾶ:

Μὲ τὴ φετινὴ πλημμύρα

ὄρη καὶ βουνὰ ἐπῆρα,

εἶδα μάνα νὰ φωνάζῃ

καὶ βαριὰ ν’ ἀναστενάζῃ:

 

τὸ μωρό, τὸ μικρὸ τὸ παιδί μου

σῶσε μού το καὶ πάρ’ τὴ ζωή μου.

 

Ἔπεσα, γιὰ νὰ τὸ σώσω,

κόντεψα να μὴ γλυτώσω·

μὲ παρέσυρε τὸ ρέμα,

μάνα μου, δὲν εἶναι ψέμα

 

...................................................

 

Περιστέρι καὶ Μοσχᾶτο

τά ‘καν’ ὅλα ἄνω κάτω.

Καμίνια καὶ Ἁγιὰ Σωτήρα

τά πνιξ’ ὅλα ἡ πλημμύρα.

Τὰ γεγονότα αὐτὰ συνετέλεσαν ὥστε νὰ ἐπισπευσθοῦν οἱ σχετικὲς μελέτες ἀποχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς διευθετήσεως τοῦ Κηφισοῦ. Τὰ ἔργα διανοίξεως καὶ ἐγκιβωτισμοῦ τῆς κοίτης του συνετελέσθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1937-1940. Παρὰ ταῦτα, λόγῳ τῶν γνωστῶν ἐπεμβάσεων στὸ φυσικὸ περιβάλλον ἀπὸ τὴν συνεχῆ ἀστικοποίηση, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1961 ὁ Κηφισὸς πλημμύρισε πάλι προκαλῶντας τὸν θάνατο 40 ἀνθρώπων καὶ σημαντικὲς ὑλικὲς ζημίες. Ἄλλα 38 θύματα θρηνήσαμε τὸ 1977 καὶ τὸ ποτάμι πλημμύρισε ἀκόμη τέσσερες φορὲς μέχρι τὸ 1994. Σήμερα βέβαια στὴν περιοχή μας ἡ κοίτη του ἔχει καλυφθῆ καὶ πάνω της λειτουργεῖ ἡ Λεωφόρος Κηφισοῦ, ἀλλά, κατὰ τοὺς εἰδικούς, ὁ κίνδυνος ὑπερχειλίσεως δὲν ἔχει ἐκλείψει. Ἀντιθέτως ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ κάλυψη συνεπάγεται σημαντικὴ μείωση τοῦ ἐπιπέδου ἀσφαλείας. Ὅπως, μεταξὺ ἄλλων, πληροφοροῦμαι ἀπὸ σχετικὴ μελέτη τοῦ εἰδικοῦ καθηγητοῦ στὸ Μετσόβιο κ. Δ. Κουτσογιάννη, οἱ ἑλληνικὲς ἀρχὲς εἶχαν δύο φορὲς πληροφορήσει (2000-2001) τὴν Ἐπιτροπὴ Ἀναφορῶν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου ὅτι «ὁ Κηφισὸς δὲν εἶναι ποταμός (!), καθὼς στερεῖται φυσικῶν ὑδάτων καθ’ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους (!) καὶ ὅτι ἀποτελεῖ μέρος τῶν ὑπονόμων ποὺ κατευθύνουν τὰ λύματα στὴν Ψυττάλεια»! Πολὺ φοβοῦμαι ὅμως ὅτι, ἂν οἱ Καλλικράτειοι παρακηφίσιοι Δῆμοι λάβουν σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν τους αὐτὲς τὶς ἐμφανῶς σκόπιμες, καὶ συγγνωστὲς ἴσως, κρατικὲς συγκαλύψεις, θὰ δοθῇ δυστυχῶς στὸν Κηφισὸ ἡ δυνατότητα νὰ μᾶς ἀποδεικνύῃ περιοδικῶς καὶ μὲ τρόπο ὀδυνηρὸ ὅτι μπορεῖ βέβαια νὰ μὴν εἶναι πλέον θεός, ἄλλὰ δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ποταμός, καὶ μάλιστα «χειμαρρώδης τὸ πλέον» κατὰ τὴν διατύπωση τοῦ ἀρχαίου Γεωγράφου!

Φίλε ἀναγνώστη, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃς νὰ κλείσω τὸ παρὸν πρόχειρο σημείωμα μὲ ἕνα μελαγχολικὸ στιχουργικὸ ἁμάρτημα ποὺ κατέγραψε σχετικὲς ἐντυπώσεις περὶ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980:

 

NOMINA NUDA*

Ἕνα κατάστημα ζητοῦσα παιχνιδιῶν.

Στό «Ροσινιόλ», μοῦ εἴπανε, κοντά,

πλάι στὸ Ποτάμι,

στὶς Τρεῖς Γέφυρες.

 

Στὸ δρόμο κάποια ἴχνη ποταμοῦ,

τὸ κέντρο εἶχε κλείσει πρὸ πολλοῦ

κι οὔτε ποὺ διάβηκε κανεὶς τὶς γέφυρες.

 

Βρῆκα τὸν κόσμο

παιχνιδιῶν ἕνα κατάστημα,

ὅπου οἱ ἄνθρωποι ὁρίζουνε τὶς λέξεις

κι οἱ λέξεις δὲν ὁρίζουνε τὰ πράγματα.

 

* Ὀνόματα γυμνά.