Μὴ ζῴην μετ’ ἀμουσίας

  Μὴ ζῴην μετ’ ἀμουσίας

(Εὐριπ. Ἡρακλ., 676) Τοῦ κ. Κων. Ἰ. Δάλκου, Φιλολόγου, ἐπιτ. Δ/ντοῦ τοῦ 3ου Λυκ. Αἰγάλεω

Τὴν τελευταία Κυριακὴ τοῦ Ἀπριλίου, ἀγαπητὲ ἀναγνώστη, ὁ πολὺ δραστήριος πολιτιστικὸς Σύλλογος «Ἱερὰ Ὁδὸς» ἐτίμησε τὸν συμπολίτη μας δημιουργὸ τῶν γνωστῶν καὶ ὑπέροχων τραγουδιῶν κ. Λίνο Κόκοτο. Ἡ τιμητικὴ αὐτὴ ἐκδήλωση στὸ ἐντευκτήριο τοῦ Συλλόγου ἐξελίχθηκε σὲ μιὰ βραδινὴ μουσικὴ πανδαισία μὲ τὸν συνθέτη στὸ πιάνο καὶ τὸν σπουδαῖο τραγουδιστὴ κ. Κώστα Λεοντίδη στὸ μικρόφωνο.

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ πέραν αὐτῶν προσωπικῶς μὲ ἐντυπωσίασε ἦταν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ διαπρεπὴς μουσικός, πρὶν ἀκόμη ἀρχίσῃ νὰ «ὁμιλῇ» μὲ τὴν μουσική του, τὴν συνέδεσε προφορικῶς μὲ τὴν μάθηση, τὴν Γραμματικὴ καὶ τὴν Γλῶσσα! Εἶναι μιὰ σχέση, ἡ ὁποία διαφεύγει ἴσως τὴν προσοχὴ τῶν πολλῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν τὴν ἔχῃς βιώσει συνεργαζόμενος, ὅπως ἐκεῖνος, μὲ τὸν Ὀδυσσέα Ἐλύτη, τὸν Δημήτρη Χριστοδούλου καὶ ἄλλους πολλοὺς σημαντικοὺς ποιητὲς καὶ στιχουργούς. Καὶ εἶναι βέβαια γνωστή, νομίζω, ἡ στενὴ σχέση τοῦ λόγου μὲ τὴν μουσικὴ στὴν ἑλληνικὴ παράδοση, ὅπου ἡ τέχνη τῶν ἤχων δὲν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ λόγου, ἀλλὰ διαχρονικῶς τὴν ὑπηρετεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ σὲ ὅλην τὴν διαδρομὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ μέχρι σήμερα ἦσαν σχετικῶς πολὺ ὀλίγες οἱ καθαρῶς ὀργανικὲς μελῳδίες. Ἐκτὸς αὐτοῦ οἱ ἀρχαῖοι ὠνόμαζαν μουσικὴ κάθε τέχνη προστατευόμενη ἀπὸ τὶς Μοῦσες, καὶ ἑπομένως τὰ γράμματα, τὴν παιδεία καὶ τὴν Φιλοσοφία. Μουσικὸς ὠνομαζόταν ὁ ἐγγράμματος καὶ ἄμουσος ὁ ἀμαθής! Ὁ ἀρχαῖος περιηγητὴς Παυσανίας διασώζει τὰ ὀνόματα τῶν, ἐξ ἀρχῆς τριῶν μόνον, Μουσῶν: Μελέτη, Μνήμη, Ἀοιδή (τραγούδι)!

Ὅλα αὐτὰ εἶναι οἱ ἐξωτερικὲς ἐνδείξεις τῆς βαθύτατης συνάφειας ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς μελοποιίας καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἁρμονίας, ἀλλὰ καὶ τῆς δυσαρμονίας τῆς ψυχῆς. Ἡ τελευταία αὐτὴ ἐμφανίζεται κατ’ ἀνάγκην ὄχι μόνον σ’ αὐτὸ ποὺ κατ’ εὐφημισμὸν συχνὰ ὀνομάζεται μουσική, ἀλλὰ καὶ στὸν ἐπίσης συχνὰ βατταρίζοντα, βαρβαρίζοντα καὶ σολοικίζοντα «ἄμουσον» λόγο. Ὑπάρχει μιὰ ἀντιστοιχία, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, τῆς δομῆς τοῦ κόσμου πρὸς τὴν δομὴ τοῦ νοῦ καὶ τοῦ λόγου, διότι προφανῶς χωρὶς αὐτὴν θὰ ἦταν ἀδύνατη ἡ κατανόηση καὶ ἡ ἔκφραση τοῦ ὄντος. «Ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ» καὶ κατευθύνονται βεβαίως οἱ πράξεις. Αὐτὸ ἑρμηνεύει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν διαφθείρωνται οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἡ διαφθορὰ αὐτὴ ἐπεκτείνεται στὸν γραπτὸ καὶ προφορικὸ λόγο καὶ ἐν τέλει κατακλύζει τὸν κόσμο. Ἀλλὰ καὶ ἀντιστρόφως ἡ φθορὰ τοῦ κοινωνικοῦ μας περιβάλλοντος μέσῳ τοῦ λόγου καὶ τοῦ νοῦ τραυματίζει τὶς ψυχές μας. Ἴσως νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ μία ἀπὸ τὶς σημασίες τῆς αἰνιγματικῆς ρήσεως τοῦ «σκοτεινοῦ φιλοσόφου»: «Ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὠυτή». Δηλαδὴ ἀνηφόρα καὶ κατηφόρα εἶναι ὁ ἴδιος δρόμος!

Μπορεῖτε νὰ παρακολουθήσετε, πρὸς πίστωσιν, πῶς ἐκφράζεται μέσῳ τοῦ λόγου τὸ ἦθος κάποιων τηλεοπτικῶς προβαλλομένων προσώπων καὶ πῶς ἀντιστοίχως εἰκονίζεται στὸν τρόπο τοῦ βίου των, ἀλλὰ καὶ πῶς οἱ ἄθλιες αὐτὲς συμπεριφορὲς διὰ τοῦ λόγου καὶ τοῦ παραλογισμοῦ λυμαίνονται τὶς ψυχὲς ὄχι μόνον βέβαια τῶν παιδιῶν μας. Διότι ἡ τηλεοπτικὴ Κίρκη συνεχίζει μὲ ἄλλα μέσα τὴν δράση τῆς Ὁμηρικῆς, ἡ ὁποία εἶχε μεταβάλει τοὺς συντρόφους τοῦ Ὀδυσσέως σὲ χοίρους. Τότε λοιπὸν τοὺς «μεταμορφωθέντας ἀμουσία καὶ λήθη καὶ εὐήθεια (βλακεία) κατέσχε». Διότι κατὰ τὸν ἀρχαῖο λόγο τὰ δύο μεγάλα τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἐθνῶν δυστυχήματα, ἡ «ἀμουσία» δηλαδὴ καὶ ἡ «κακομουσία», ἀπὸ δύο ἀντίστοιχα προκαλοῦνται κακά, «ὑπ’ ἀμαθίας καὶ πονηρᾶς διδασκαλίας»!

Ἡ μακρὰ αὐτὴ εἰσαγωγή, φίλε ἀναγνώστη, ἦταν ἀπαραίτητη γιὰ νὰ εἰσέλθῃ τὸ παρὸν σημείωμα στὴν διερεύνηση τῶν ἐπικαίρων δεινῶν ποὺ ἀπό τινος μᾶς τρομοκρατοῦν καὶ μᾶς θλίβουν. Τῶν κακῶν δηλαδὴ ποὺ γενικῶς ὀνομάζουμε «οἰκονομικὴ κρίση», ἐπειδὴ διστάζουμε νὰ προφέρουμε τὸ πραγματικό της ὄνομα, ποὺ εἶναι «γενικὴ παρακμή». Καὶ ἦταν ἑπόμενο νὰ συμβαίνουν αὐτά, ἀφοῦ οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ γραμματισμένοι μας καὶ μέσῳ αὐτῶν μέγα πλῆθος τῶν πολιτῶν ἔχουν φοιτήσει στὴν μηδενίζουσα λογοκρατία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ διαφωτισμοῦ ποὺ ἐξεκόλαψεν ἐν τέλει διὰ τοῦ καπιταλισμοῦ ἢ τοῦ κομμουνισμοῦ τὸν ἀπάνθρωπο πρακτικὸν ὑλισμό, ὅπως μάλιστα ἐμφανίζεται τελευταίως στὴν πλέον ἀπεχθῆ του μορφὴ ὑπὸ τὰ ἠλεκτρονικὰ προσωπεῖα τῶν ἐθνεμπόρων, τοὺς ὁποίους παραδόξως ὀνομάζουμε, ἐπιεικῶς καὶ κομψῶς, κερδοσκόπους καὶ ὄχι π.χ. τοκογλύφους ἢ τοκογύφτους! Ἔτσι λοιπὸν ἔχουμε ὡς λαὸς λησμονήσει, ἢ μᾶλλον δὲν ἐγνωρίσαμε ποτέ, τὴν ἐγχώρια προαιώνια σκέψη καὶ πράξη ποὺ συνεξέταζε Οἰκονομία Ἠθικὴ καὶ Πολιτική, ἀφοῦ, πάλι κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, ἡ πολιτικὴ τέχνη περιλαμβάνει τὰ πάντα, ὡς γνῶσις τοῦ ὑπερτάτου ἀγαθοῦ. Σύμφωνα μὲ τὴν σκέψη αὐτὴ ἡ εὐδαιμονία ποὺ εἶναι καὶ σήμερα τὸ ζητούμενον, ὁρίζεται ὡς «ἐνέργεια κατ’ ἀρετήν»! Καὶ εἶναι σαφῶς γραμμένο στὴν γλῶσσα μας αὐτὸ ποὺ ἐξήγγειλεν ὁ ἀψευδὴς Λόγος: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».

Μοῦ ἔδωσε λοιπὸν τὴν ἀφορμὴ ἐκείνη ἡ μουσικὴ βραδιὰ νὰ ἀναλύσω τὴν παροῦσα δυσάρεστη ἐμπειρία, τὸν πολιτικὸ καὶ κοινωνικό μας ξεπεσμό, μὲ ὄργανα τὴν Μουσική, τὴν Γραμματικὴ καὶ τὴν Γλῶσσα. Οἱ ἀρχαῖοι χρησιμοποιοῦσαν συχνά, προκειμένου περὶ πράξεων καὶ καταστάσεων παρομοίων, μία λέξη ποὺ ὑπάρχει καὶ στὸ σύγχρονο λεξιλόγιο. Εἶναι τὸ ἐπίθετο «πλημμελής». Πλημμελής (πλὴν + μέλος) εἶναι κατὰ λέξιν αὐτὸς ποὺ τραγουδάει «παρὰ τὸ μέλος», ποὺ καταστρέφει τὴν μελῳδία, δηλαδὴ ὁ παράφωνος, ὁ δυσάρεστος καὶ ἑπομένως ὁ ἐλαττωματικὸς καὶ ἐσφαλμένος. Καὶ σήμερα ὀνομάζουμε πλημμελήματα κάποιες ἀνάρμοστες συμπεριφορές. Εἶναι δὲ ἀνάρμοστος (ἀ στερητ. + ἁρμόζω) ὁ ἀταίριαστος, ποὺ στὴν λαϊκὴ γλῶσσα σημαίνει τὸν κοινωνικῶς ἀσυντόνιστο, τὸν μονόχνωτο καὶ ἰδιότροπο. Ἀπὸ τὸ ρῆμα ἁρμόζω, ποὺ σημαίνει συνδέω, ταιριάζω, συναρμολογῶ, προέρχεται καὶ ἡ λεξις ἁρμονία ποὺ ἐτυμολογικῶς ἐκφράζει τὴν σύνδεση, τὴν συνοχὴ τῶν ποικίλων καὶ κάποτε ἀντι-φωνούντων τόνων καὶ φωνῶν σὲ μία μελῳδικὴ συν- τονία καὶ συν-φωνία. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐξωτερικὴ μουσικὴ συμφωνία ἡ γλῶσσα ἐπεκτείνει τὴν συναρμογὴ στὴν ἐσωτερικὴ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν κοινωνιῶν ἁρμονία καὶ τὴν ἁρμονία τοῦ κόσμου. Σημαίνει δὲ ἐπίσης ἡ λέξη κόσμος τὴν τάξη καὶ συμμετρία, τὴν ἁρμονία, καὶ ἑπομένως τὸ κόσμημα. Αὐτοῦ τοῦ κόσμου διαλύει σήμερα τὴν βαθύτατη ἁρμονία, τοὺς ἁρμοὺς δηλαδὴ ποὺ ὁ τεχνίτης του ἔθεσε, ἡ ἐπιπόλαια ἐπιθετικὴ καὶ κατακτητικὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπινου ὀρθολογισμοῦ.

Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα ποὺ ὑπόκειται στὸ ἁρμόζω καὶ στὴν λέξη ἁρμονία προέρχεται καὶ τὸ ἀρχαῖο ρῆμα ἀραρίσκω, ποὺ ἐπίσης σημαίνει συνάπτω καὶ συναρμόζω. Ἀπὸ τὸ ρῆμα αὐτὸ ἐτυμολογεῖται, παρακαλῶ, καὶ ἡ λέξις ἀρετὴ πού, ἑπομένως, σημαίνει τὴν ἁρμονία ἐπίσης, τὴν εὐαρμοστία καὶ εὐμέλεια τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος.

Αὐτὸ ἑρμηνεύει βαθύτερα καὶ τὸν Ἀριστοτελικὸν ὁρισμὸ τῆς εὐδαιμονίας, τὸν ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγου ἐμνημονεύσαμε. Διότι «ἐνέργεια κατ’ ἀρετὴν» εἶναι ἡ προσπάθεια ποὺ στοχεύει στὴν ἁρμονία τῆς ψυχῆς καὶ τῆς κοινωνίας, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὸν λόγον τοῦ Πλουτάρχου «βίων καὶ τρόπων ἀμετρία καὶ πλημμέλεια τὴν πόλιν ἀσύμφωνον καὶ ἀνάρμοστον ἑαυτῇ πεποίηκεν». Δηλαδὴ ἡ ἔλλειψη τῆς ἁρμονίας καὶ τοῦ ὀρθοῦ μέτρου στὴν ζωὴ καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν πολιτῶν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ἕνα ἀνακόλουθο καὶ «ἀνάρμοστο» κράτος». Αὐτὴ λοιπὸν ἡ σύγχρονη πλημμέλεια, ἡ παραφωνία, ἡ δυσαρμονία, ἡ ἀσυνάφεια καὶ ἡ ἀνακολουθία, ἡ ἔλλειψη τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, ἡ πλήρης ἀσυμφωνία ποὺ ἀποτυπώνεται στὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις μας, στὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις τῶν πολιτικῶν μας, εἶναι στὸ βάθος της ἕνα μουσικὸ ἀτόπημα, μιὰ παραφωνία, μιὰ διαταραχὴ τῆς προσωπικῆς καὶ κοινωνικῆς ἁρμονίας - συμφωνίας. Αὐτὴ ἀπεικονίζεται καὶ στὴν «μουσικὴ» ποὺ «προτιμοῦν» κατόπιν, τίς οἶδε ποίας, ἐντεταλμένης ἐμπορικῆς ἢ ἄλλης ἐπιρροῆς τὰ παιδιά μας.

Ποῦ ὀφείλεται ἆρά γε ὅμως αὐτὴ ἡ ἀναρμοστία, ἡ δυσαρμονία, ἡ ἀποσύνθεσις, ἡ ἐξαχρείωση τῆς ζωῆς καὶ τῆς Πολιτείας μας; Ἡ ἀναζήτηση τῆς αἰτίας ἤδη ἀπὸ πολλοῦ μὲ ἔχει ὁδηγήσει, μέσῳ πάλιν τῆς Μουσικῆς, τῆς Γραμματικῆς καὶ τῆς Γλώσσας, σὲ μία περιβόητη ρήση τοῦ Ἡρακλείτου: «Οὐ ξυνιᾶσιν ὅπως διαφερόμενος ἑωυτῷ ὁμολογέει· παλίντονος ἁρμονίη, ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης». Ὁ «σκοτεινὸς φιλόσοφος», μὲ τὴν τεράστια ἐπίδραση στὴν σύγχρονη σκέψη, ἀναφέρεται βέβαια στὴν ἄγνοια τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν κατανοοῦν ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ ἁρμονία εἶναι μιὰ ἐξισορρόπηση μέσα μας τῶν ἀντιρρόπων τάσεων, τῆς ὁποίας παράδειγμα φέρει τὴν «παλίντονον ἁρμονίην» τῆς λύρας καὶ τοῦ τόξου.

Δὲν θὰ ἐπιμείνω στὴν ἄποψη αὐτή, περὶ τῆς ὁποίας ἤδη ἐξέθεσα ἀρκετά. Ἀπὸ τὸν ὑπέροχον ὅμως χαρακτηρισμὸ τῆς ἁρμονίας ὡς «παλιντόνου» θὰ κρατήσω τὸ δεύτερο μόνο συνθετικό, τὴν ἀρχαία δηλαδὴ ἀλλὰ καὶ σύγχρονη λέξη «τόνος». Ἡ λέξη αὐτὴ ἔχει σχέση ἐτυμολογικὴ μὲ τὸ ρῆμα τείνω ποὺ σημαίνει τεντώνω. Προϋπόθεση λοιπὸν τῆς ἁρμονίας τῆς λύρας καὶ τῆς ἀποτελεσματικότητας τοῦ τόξου εἶναι ἡ ὕπαρξη τῆς τεντωμένης, τῆς εὐτόνου χορδῆς. Μιὰ ξεκούρδιστη λύρα δὲν εἶναι βεβαίως ἁρμονικὴ καὶ μὲ χαλαρὴ τὴν χορδὴ τὸ τόξο δὲν ἐκτοξεύει τὸ βέλος. Ὁ τόνος λοιπόν, τὸ ἔντονο δηλαδὴ τῆς χορδῆς, προηγεῖται τῆς μουσικῆς καὶ τῆς εὐστοχίας. Ἀντιθέτως τὴν ἁρμονία αὐτή, καὶ τὴν ὁμόρριζόν της ἑπομένως ἀρετή, λυμαίνεται ἡ ἀτονία, δηλαδὴ ἡ χαλαρότητα. Τὸ ἐπίθετο χαλαρὸς προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα χαλῶ ποὺ σημαίνει χαλαρώνω, διαλύω καὶ ἑπομένως καταστρέφω. Ὁ χαλασμὸς ποὺ ὅλοι φοβόμαστε εἶναι μία χαλάρωση, μία ἔκλυση καὶ διάλυση. Δὲν εἶναι λοιπὸν τυχαῖο ποὺ συχνὰ ὁμιλοῦμε γιὰ «ἔκλυση (χαλάρωση δηλ.) τῶν ἠθῶν» ἢ γιὰ «ἔκλυτον (χαλαρό) βίον». Μὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα καθρεφτίζει ἡ Γλῶσσα τὴν ἐσωτερικὴ δυσαρμονία, τὴν χάλαση καὶ ἑπομένως τὴν διαταραχὴ τῆς «ἀφανοῦς ἁρμονίης», ἡ ὁποία, πάλι κατὰ τὸν Ἡράκλειτο, εἶναι τῆς «φανερῆς κρείττων». Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Καρυωτάκης:

Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ὁ ἄνεμος ὅταν περνάει

στίχους, ἤχους παράφωνους ξυπνάει

στὶς χορδὲς ποὺ κρέμονται σὰν καδένες.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ ζητήσω συγγνώμη, φίλε ἀναγνώστη, διότι, γιὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι βασικὴ αἰτία τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς μας δυσαρμονίας εἶναι ἡ γενικὴ χαλαρότητα, θὰ χρησιμοποιήσω ὡς ἔνδειξη τὴν περιβόητη ἀπὸ τοῦ γράμματος μ… λέξη, τὴν ὁποίαν ψελλίζουν στὴν χώρα μας ἀκόμη καὶ τὰ νήπια (πρὶν ἀπὸ τὶς λέξεις μαμὰ - μπαμπᾶ) καὶ τὴν ἐμπεδώνουν οἱ μετανάστες εὐθὺς ὡς διασκελίσουν τὰ ἐπίσης χαλαρῶς φυλασσόμενα τρύπια μας σύνορα! Ἡ λέξις αὐτὴ εἶναι μία οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου μαλακός (μαλάσσω = μαλακώνω, χαλαρώνω) καί, ὅπως ἔχει γραφῆ, ἀντικαθιστᾷ στὰ στόματα τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων ὅλα τὰ ὀνόματα, «κύρια καὶ προσηγορικά, φιλίας καὶ ἔχθρας σημαντικά»! Ἀπὸ τὴν λέξη μαλακός, ποὺ σημαίνει μαλθακὸς καὶ ἄνανδρος (πρβλ. λατ. mollis – mollitia = ἄνανδρος - ἀνανδρία) προέρχεται καὶ ἡ λέξη βλάξ (μλάξ – μβλάξ – βλάξ), ποὺ σημαίνει κατ’ ἀρχὴν τὸν χαλαρό, τὸν χαῦνο, τὸν νωθρὸ καὶ ἑπομένως τὸν μωρὸ καὶ ἠλίθιο!

Δὲν εἶναι λοιπόν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τυχαία ἡ συχνότητα ἐκφορᾶς τῆς λέξεως αὐτῆς σήμερα. Σὲ μιὰ χώρα περικυκλωμένη ἀπὸ ποικίλους ἐχθροὺς καὶ πλημμυρισμένη ἀπὸ ἐσωτερικὰ προβλήματα, ὅπου ἔπρεπε νὰ ἀκούεται, ὅπως παλαιὰ ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις τῶν τειχῶν, ἡ κραυγὴ «γρηγορεῖτε», ἠχεῖ συνεχῶς ἡ προτροπὴ «χαλαρὰ» ποὺ ὑλοποιεῖται ἀναιδῶς στοὺς χώρους τῆς ἐργασίας, τῆς παιδείας καὶ στὰ ἀπειράριθμα καφῳδεῖα τῶν νεοελλαδικῶν φραπεδομαχαλάδων!

Στὸ προηγούμενο σημείωμα εἶχα περιγράψει τὴν τραγελαφική, ἕως παρανοϊκή, κατάσταση στὸν χῶρο γενικῶς τῆς Παιδείας, ὅπου ἡ ἐπικρατοῦσα χαλάρωση καὶ ὁ ἐφησυχασμὸς ἔχει διαστρέψει πλήρως τὴν ἔννοια τῆς σπουδῆς. Διότι σπουδή (πρβλ. τὸ ὁμόρριζον σπεύδω) σημαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο, δηλαδὴ τὴν ἐπιτάχυνση, τὴν ἐγρήγορση, τὸν ζῆλο, τὴν ἐπιμέλεια, τὴν σοβαρότητα. Οἱ παλαιότεροι ὅμως θὰ ἐνθυμοῦνται ὅτι λίγο μετὰ τὴν μεταπολίτευση εἶχε θεωρηθῆ «προοδευτικὸ» καὶ σήμερα ὑλοποιεῖται τὸ πλήρως ἀντιφατικὸ σύνθημα «ὄχι στὴν ἐντατικοποίηση τῶν σπουδῶν» !! Προσωπικὴ πεῖρα μὲ ἔχει διδάξει ἐπίσης ὅτι, ἂν κάποιος ἐπιχειρήσει νὰ ἀποκαταστήσῃ, ἔργῳ βέβαια, τὴν σημασία τῆς λέξεως «σπουδή», ποὺ δὲν νοεῖται ἀσφαλῶς χωρὶς τὴν ἔνταση τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μελέτης, κιδυνεύει νὰ χαρακτηρισθῇ τοὐλάχιστον «γραφικὸς» ἢ καὶ «φασίστας»!!

Ἡ ἴδια ἀτονία, ἀσυντονία καὶ χαλαρότητα ἀπαντᾷ συχνὰ καὶ στὸν χῶρο τῆς ἐργασίας, ὅπου κάποτε πρυτανεύει ἡ «συνδικαλιστική», ὑποτίθεται, λογικὴ τοῦ «δὲν ἐργάζομαι, γιὰ νὰ μὴ μὲ ἐκμεταλλεύωνται» (!) καὶ ἄλλες ἐξυπνάδες. Καὶ βεβαίως ἀνεκάλυψε ὀψίμως τὴν πυρίτιδα ὁ Πρωθυπουργός μας, ὅταν μόλις προσφάτως ἀπεφάνθη, κατὰ τὴν συνάντησή του μὲ τὸν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας, ὅτι «τὸ αἴσθημα τῆς ἀτιμωρησίας εἶναι διαλυτικὸ γιὰ τὴν Δημοκρατία»! Ὅμως ἡ χαλαρότητα αὐτὴ καὶ στὴν ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης διδάσκεται ἔργῳ ἀπὸ τοῦ Νηπιαγωγείου, ἐνῶ ἡ πλήρης ἀνοχὴ καὶ ἀτιμωρησία καὶ πολὺ σοβαρῶν παραπτωμάτων (δηλαδὴ ἐγκλημάτων) θεωρεῖται ὡς ἕνα ἀκόμη «κατακτημένο δημοκρατικὸ δικαίωμα»! Αὐτὴ ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ χαλαρότητα ὑποθάλπει προφανῶς τὴν ἐκτεταμένη φοροκλοπή, τὴν καταπάτηση τῶν δημοσίων ἐκτάσεων, τὴν πυρπόληση τῶν δασῶν καὶ τὴν ἐν γένει παρανοϊκὴ καταστροφὴ τοῦ φυσικοῦ καὶ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος. Αὐτὴ ἐνθαρρύνει καὶ τὴν ἀσυδοσία ὅσων νομίζουν, ἴσως, ὅτι προωθοῦν δικαιότερες λύσεις δολοφονῶντας ἀνθρώπους καὶ καταστρέφοντας ξένες περιουσίες. Δὲν εἶναι λοιπὸν διόλου τυχαῖο τὸ ὅτι ἡ λέξη «ἀκολασία», ποὺ κατὰ λέξιν σημαίνει ἀτιμωρησία, δηλώνει ἐπίσης καὶ τὴν ἠθικὴ ἐξαχρείωση.

Ἡ προϊοῦσα αὐτὴ παράλυση δὲν εἶναι προφανῶς εὔκολο νὰ ἀναχαιτισθῇ καὶ νὰ ἀντιστραφῇ. Ἐνθυμοῦμαι τὸν Καβαφικὸ ἐκεῖνον Μυρτία πού, παραδίδοντας τὸ σῶμα του στὰ τολμηρότερα πάθη καὶ τὴν χαλάρωση τῶν ἡδονῶν, ἐδήλωνε ἀφελῶς:

Δυναμωμένος μὲ θεωρία καὶ μελέτη

ἐγὼ τὰ πάθη μου δὲν θὰ φοβοῦμαι σὰν δειλός

……………………………………………………….

Στὶς κρίσιμες στιγμὲς θὰ ξαναβρίσκω

τὸ πνεῦμα μου, σὰν πρίν, ἀσκητικό.

Αὐτὴ τὴν θλιβερὴ αὐταπάτη σχολιάζει ἐμμέσως καὶ ὁ ποιητὴς θέτοντας τὴν χαρακτηριστικὴ ἐπικεφαλίδα «Τὰ ἐπικίνδυνα». Οἱ ἀνόητες ὅμως αὐτὲς ἐπιλογὲς ἢ αὐταπάτες εἶναι σήμερα γιὰ μᾶς χωρὶς ἀμφιβολία καταστροφικές, ἀφοῦ ἔχουμε ὑποκαταστήσει, ἀκόμη καὶ τὶς ἀμφίβολες ἐκεῖνες προϋποθέσεις, τὴν «θεωρία καὶ μελέτη» (δηλαδὴ τὴν σπουδή) μὲ χάρτινους, ἀκόπως ἐκδιδόμενους, ψευδεπίγραφους τίτλους «σπουδῶν».

Ὅσοι λοιπὸν ἀδιαφοροῦν ἢ καγχάζουν ἁπλῶς, διασκεδάζοντας μὲ αὐτὸν τὸν χειροπιαστὸ πλέον, καὶ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, ἐκφυλισμὸ τῆς ζωῆς μας, λησμονοῦν ὅτι ἡ γενικευμένη αὐτὴ ἠθικὴ ἀποτελμάτωση συνεπάγεται, σύμφωνα μὲ ὅσα διδάσκει ἡ Ἱστορία, τὸν γενικὸν ἐπίσης, καὶ ὄχι μόνον οἰκονομικό, μαρασμό. Διότι καὶ «ἡ παρ’ ἑκάστου γινομένη πλημμέλεια κοινήν τινα καὶ ἀφόρητον οἴσει τὴν βλάβην τῇ πόλει».

Ὁ ἐθνικός μας ποιητὴς ἔχει διατυπώσει μιάν, ὑποθέτω, διόλου ἑλκυστικὴ ἢ κατευναστικὴ ἐλπίδα γιὰ τὸν ἀτομικὸ καὶ τὸν συλλογικό μας Μυρτία:

Σὲ βυθὸ πέφτει ἀπὸ βυθό, ὥσπου δὲν ἦταν ἄλλος·

ἐκεῖθ’ ἐβγῆκε ἀνίκητος.

Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν μὲ παρηγορεῖ διόλου ἡ ἀμφίβολη αὐτὴ καὶ ἀσαφὴς καὶ προφανῶς πολυχρόνιος προσδοκία. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Σωκράτης ἔλαβε, ἀκόμη καὶ ἐντὸς τοῦ δεσμωτηρίου, λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν τελευτή του, ἦταν : «Μουσικὴν ποίει καὶ ἐργάζου»! Εἶναι ἡ μόνη ἴσως σωστικὴ προτροπὴ μέσα στὴν σύγχρονη σήψη καὶ πρέπει νὰ ἀπευθύνεται, ὡς ἡ νέα μεγάλη ἰδέα τοῦ ἔθνους, σὲ ὅλες τὶς συνειδήσεις. Ὡς παράδειγμα τοῦ τί ἐννοῶ πρακτικῶς, θὰ ἀπευθύνω μία ἔκκληση πρὸς τὴν νέα ὑπουργὸ τῆς ἀπό τινος, καὶ ἐπισήμως, μὴ ἐθνικῆς πλέον Παιδείας μας:

Παρακαλῶ, παύσατε, κυρία μου, νὰ ἀναζητῆτε τὸ αἰώνιο «ἄλλοθι» τοῦ «νέου (δῆθεν) σχολείου», τὸ ὁποῖον, σᾶς βεβαιῶ, δὲν ὑπάρχει. Μὴν ὑπομνηματίζετε καὶ σεῖς μὲ τὴν ὑπογραφή σας τὴν παροιμία γι’ αὐτοὺς ποὺ «δὲν θέλουν νὰ ζυμώσουν» καὶ «κοσκινίζουν» ἐσαεί. Δὲν πρόκειται νὰ λύσετε κανένα πρόβλημα σπαταλῶντας χρήματα, καὶ ἰδίως σὲ ἐποχὴ «ἰσχνῶν ἀγελάδων», γιὰ ἠλεκτρονικὰ παιγνίδια, τὰ ὁποῖα μάλιστα δὲν φαίνεται νὰ γνωρίζῃ σήμερα κανείς (παρ’ ὅσα σοβαροφανῶς λέγονται) πῶς νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπωφελῶς, ἤ, ἔστω, μὴ ἐπιπλέον διαλυτικῶς, σὲ ἕνα ἤδη διαλυμένο «σύστημα». Προσωπικῶς αἰσθάνομαι ἐκρηκτικὴ ἀγανάκτηση, ὅταν σκέπτωμαι πὼς οἱ ἀναγκαστικὲς περικοπὲς τῆς ἰσχνῆς μου συντάξεως θὰ «ἀξιοποιηθοῦν», γιὰ νὰ βλέπουν τὰ παιδάκια μας τὴν Τζούλια στὰ διαλείμματα καί (σᾶς βεβαιῶ πάλιν) ὄχι μόνον στὰ διαλείμματα! Νέο ἢ παλαιό ( δὲν ἔχει σημασία), σχολεῖο εἶναι ἐκεῖνο, ὅπου ὁ σπουδαστὴς ὑποχρεοῦται νὰ σπουδάζῃ, κατὰ λέξιν, καὶ ὄχι νὰ παίζῃ, καὶ ὁ δάσκαλος νὰ διδάσκῃ, ἀξιολογῶντας καὶ ἀξιολογούμενος (ὄχι αὐταξιολογούμενος!) μὲ τὴν προσήκουσα δικαιοσύνη καὶ αὐστηρότητα. Τὰ ὑπόλοιπα «ραπανάκια γιὰ τὴν ὄρεξη» εἶναι, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, «ἐκ τοῦ πονηροῦ» καὶ ἴσως ἐκ τοῦ οἰκονομικῶς πονηροῦ!

Ἡ ἐξάντληση τοῦ χώρου, καὶ τῆς ὑπομονῆς σου προφανῶς, ἀγαπητὲ ἀναγνώστη, μὲ ὑποχρεώνει νὰ διακόψω ἐδῶ τὴ περιπλάνηση στοὺς γοητευτικοὺς καὶ διδακτικοὺς δρόμους τῆς Μουσικῆς, τῆς Γραμματικῆς καὶ τῆς Γλώσσας. Θὰ καταλήξω λοιπὸν μὲ τὴν ὁμόλογη, πρὸς ὅσα ἐγράφησαν, δέηση τοῦ Καζαντζάκη, ὅπως διατυπώνεται στὸν ἐπίλογο τῆς «Ἀναφορᾶς του στὸν Γκρέκο» (χωρὶς βέβαια τὴν ἀσκητικώτερη ἐκδοχή της) :

- «Δοξάρι (τόξο) εἶμαι στὰ χέρια σου, Κύριε, τέντωσέ με, ἀλλιῶς θὰ σαπίσω»!!

Τὸ παρὸν ἐδημοσιεύθη τἢν 19ην Μαΐου 2010 στὴν τοπικὴ ἑβδομαδιαία ἐφημερία τοῦ Αἰγάλεω «Ἡ Πόλη μας».