Ἄγγελου Σικελιανοῦ, «Ἱερὰ Ὁδός»

Ἄγγελου Σικελιανοῦ, «Ἱερὰ Ὁδός»

(Μιὰ σύμπτωση ἢ ἀφορμή;)

Τοῦ κ. Κων. Ἰ. Δάλκου, Φιλολόγου

ἐπιτ. Δ/ντοῦ τοῦ 3ου Λυκ. Αἰγάλεω

Ὅλοι ὅσοι, ἔστω καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ, ἥψαντο ποιητικῆς, γνωρίζουν πὼς ἡ ἔμπνευσις ἔρχεται ἀπὸ τοὺς πλέον παράδοξους δρόμους. Τὸ ἐμπύρευμα, ἡ θρυαλλὶς ποὺ παράγει τὴν ἔκρηξη ἢ τὴν πυρὰ τῆς δημιουργίας μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαια κάτι σπουδαῖο ἢ συνταρακτικό, ἀλλὰ καὶ κάτι σχεδὸν ἀσήμαντο, ὅπως μία ἀνάμνηση, ἕνα ὄνειρο, ἕνα αἴσθημα, μία συνάντηση, κάποια μελωδική γραμμή, ἕνα ἀνάγνωσμα, μία μονάχα λέξη.

Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ μποροῦν νὰ ἀνοίξουν τὶς πύλες τῶν συνειρμῶν, ἐνῶ ἡ δημιουργικὴ πορεία ποὺ ἀρχίζει εἶναι πολλὲς φορὲς ἐπίπονη καὶ κάποτε ἀκατάληκτη, ὅπως π.χ. σαφῶς μαρτυροῦν τὰ σολωμικὰ σχεδιάσματα. Ὁμως τὸ ἔναυσμα, τὴν ἀφορμή, κάποτε μόνον ὁ δημιουργός, καὶ πάλι κάποτε οὔτε αὐτός, μπορεῖ ἢ θέλει νὰ μᾶς διδάξῃ.

Ὁταν λοιπὸν πρὸ ἀρκετῶν ἐτῶν ἐπιχειροῦσα νὰ διδάξω τὸ ποίημα «Ἱερὰ Ὁδὸς» τοῦ Ἄγγελου Σικελιανοῦ, μὲ προβλημάτισε ἡ ἔμπνευση καὶ μὲ σκανδάλισε, ὁμολογῶ, ὁ συνειρμὸς Δήμητρας, Ἀλκμήνης, Θεοτόκου μὲ τὴν δέσμια ἀρκούδα τοῦ ἐνοδίου τσιγγάνου

… σὰν προαιώνιο νά ‘ταν

ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας.

( στ. 44-45)

Αὐτὸ μὲ εἶχε τότε ὁδηγήσει σὲ μία, κατ’ ἰδίαν βέβαια καὶ ὀξυμώρως πραγματιστική, ἀνάλυση τῆς ἀφορμῆς ἑνὸς ἐξόχως ἰδεοκρατικοῦ κειμένου.

Ὁ ποιητής δηλώνει ὡς ἀφορμή (στ. 1-32) τίς συναντήσεις του σέ μία μοναχική πορεία

… στὸ δρόμο

ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κι ἔχει

σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσῖνα.

(στ. 9-11)

Σημειώνω ὅτι τὸ μακρὸ αὐτὀ ποίημα (107 στίχοι) ἐδημοσιεύθη στὸ περιοδικὸ «Τὰ Νέα Γράμματα» τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1935 καὶ ἡ δημιουργία του τοποθετεῖται στὸ προηγούμενο ἔτος 1934. Ἑπομένως τότε, ἢ λίγο νωρίτερα, πρέπει κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ τοποθετηθῇ ἡ μοναχικὴ αὐτὴ πορεία, ἂν βέβαια ὑποτεθῇ πὼς ἦταν πραγματική καὶ ὄχι μία, θεμιτὴ ἐξ ἄλλου, ποιητικὴ σκηνοθεσία.

Σχολαστικός, ὡς homo suspiciosus, καὶ παίζοντας, ὁμολογῶ, λιγάκι, προσπάθησα νὰ συμπορευθῶ νοερῶς μὲ τὸν ποιητὴ στὸν ἴδιο δρόμο τὸ σωτήριον ἔτος 1934 ! Ἡ Ἱερὰ Ὁδός, ὅπως πληροφοροῦμαι ἀπὸ ἡμερολόγιο τοῦ ὁμωνύμου της Συλλόγου, εἶχε ἤδη ἀσφαλτρωθῆ ἐπὶ τῆς δικτατορίας (1925-1926) τοῦ Ἐλευσίνιου στρατηγοῦ καὶ πολιτευτὴ Θεόδωρου Πάγκαλου, πάππου τοῦ σημερινοῦ γνωστοῦ πολιτικοῦ.

Τότε δὲν εἶχε ἀκόμη διαπλατυνθῆ καὶ ἡ διαδρομή διατηροῦσε ἐν πολλοῖς τὰ ἀρχαῖα χαρακτηριστικά. Βεβαίως ἑκατέρωθεν εἶχαν πλέον ἱδρυθῆ, μετά τήν Μικρασιατικὴ τραγωδία, οἱ νέοι οἰκισμοί. Αἱ «Νέαι Κυδωνίαι» (Αἰγάλεω) ἤδη τὸ 1928 ἀριθμοῦσαν 2149 κατοίκους καὶ ἀκριβῶς τὸ 1935, ἔτος ἐκδόσεως τοῦ ποιήματος, οἱ συνοικισμοὶ Νέα Φώκαια, Δαφνὶ καί Σκαραμαγκᾶς συναποτελοῦν τὴν Κοινότητα Χαϊδαρίου. Βεβαίως ἄνετα μποροῦσε νά πορευθῇ τότε κανεὶς ἐπί τοῦ ὁδοστρώματος, ὅπως τό πλῆθος τῶν Ἀθηναίων προσκυνητῶν κάθε χρόνο στὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Παιδὶ ἀκόμη, στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1950, διάβαζα σχεδὸν πρόσφατες πινακίδες ποὺ δὲν ἐπέτρεπαν πλέον στοὺς πεζούς νά κινοῦνται κατὰ μῆκος τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ!

Πορεύεται λοιπὸν ὁ ποιητὴς ἕνα δειλινό, μᾶλλον τοῦ Ἰουνίου (βλ. στ. 6 καί 16) ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ μέχρι ποὺ ἡ κίνηση φάνηκε νὰ σταματᾷ:

Μὰ παραπέρα, σὰν νὰ χάθη ὁ κόσμος

κι ἔμειν’ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα

μιὰν ἡσυχία βασίλεψε…Κι ἡ πέτρα,

π’ ἀντίκρισα σὲ μιὰν ἄκρη ριζωμένη,

θρονὶ μοῦ φάνη μοιραμένο μου ἦταν

ἀπ’ τοὺς αἰῶνες. Κι ἔπλεξα τὰ χέρια,

σὰν κάθισα, στὰ γόνατα…

(στ. 21-25)

Σὲ μιὰ πραγματικὴ πορεία ὁ ποιητής (ποὺ χαρακτηριστικὰ δὲν ὑπαινίσσεται κἂν τὴν μακρὰ παραθαλάσσια ἢ παραλίμνια διαδρομή) θὰ εὕρισκε τὶς συνθῆκες αὐτὲς στὸ μεταξὺ Πυριτιδοποιείου καὶ Δαφνίου τμῆμα τῆς ὁδοῦ, ὅπου ὑπῆρχαν ἀκόμη τότε μεγάλες σχεδὸν ἀκατοίκητες ἐκτάσεις. Ἐκεῖ λοιπὸν ἂς καθίσουμε μαζί του. Ἔχει ἤδη προφανῶς νυχτώσει, ὅταν

… ἀπ’ τὸ γύρο

τὸν κοντινὸ προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.

Ἕνας ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόνταν,

καὶ πίσω του ἀκολούθααν, μ’ ἁλυσίδες

συρμένες δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.

(στ. 29-33)

Ἀκολουθεῖ ἡ γνωστὴ «παράσταση» τῶν ταλαιπώρων ζωντανῶν, ὁ ἀτσίγγανος προτείνοντας τὸ ντέφι εἰσπράττει τὴν δραχμὴ καὶ ὕστερα

… ξεμάκρυνε τραβῶντας

ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες

Καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα… (στ. 86-88),

ἔχοντας κάποιο τσαντήρι προφανῶς στὴν κοντινὴ Ἁγία Βαρβάρα.

Τὴν σκηνὴ αὐτὴ τῆς μᾶλλον ἀσυνήθιστης ἀτομικῆς, ὄχι ἐπιθυμητῆς, καὶ μάλιστα νυκτερινῆς, παραστάσεως τὴν ὑποσκάπτει βέβαια, ὡς γεγονός, καὶ ἡ πρόθεση τοῦ ποιητὴ ποὺ σηκώνεται «νὰ ξαναπάρει πάλι»

τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ρείπια

τοῦ ἱεροῦ τῆς ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.

(στ. 89-92)

Πρέπει νὰ σημειωθῇ βέβαια ὅτι ὁ Σικελιανὸς εἶχε συνδεθῆ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν Ἐλευσῖνα, ὅπου ἔμενε συχνὰ μελετῶντας τὰ Ἐλευσίνια μυστήρια. Ἐκεῖ, στὸν χῶρο τοῦ Τελεστηρίου (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1935) ἀκούστηκε τὸ κήρυγμα τῆς «Ἐλευσίνιας Διαθήκης» του γιὰ τὴν ἀνανέωση καὶ τὴν κάθαρση τῆς Ἑλληνικῆς ζωῆς. Τὰ σχετικὰ κείμενα ἔχουν δημοσιευθῆ (1936) ἐπίσης στὰ «Νέα Γράμματα». Πέντε χρόνια ἀργότερα, τὴν 17ην Ἰουνίου τοῦ 1940 ἐτέλεσε ἐκεῖ, ὑπὸ τὸ φῶς τῆς Σελήνης, ἐντὸς τοῦ ἀρχαιολογικοῦ χώρου, στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου, τὸν γάμο του μὲ τὴν Ἄννα Σικελιανοῦ!

Ὡς πραγματικὸς ὄμως συνοδοιπόρος δὲν θὰ τὸν συνώδευα βέβαια τὶς τρεῖς τοὐλάχιστον ἑπόμενες ὧρες στὸν σκοτεινὸ τότε καὶ ἐπικίνδυνο δρόμο μέχρι τὴν Ἐλευσῖνα, ὅπου μετὰ τὰ μεσάνυχτα οὔτε πουλὶ πετούμενο δὲν θὰ κυκλοφοροῦσε. Σημειωτέον ὅτι ἡ συγκοινωνία καὶ οἱ μεταφορὲς ἐγίνονταν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1884 κυρίως σιδηροδρομικῶς (τὰ αὐτοκίνητα ἦσαν ἐλάχιστα) καὶ τὸ καφενεῖο τοῦ σταθμοῦ ἦταν τὸ κέντρο τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν Ἐλευσινίων.

Ἡ συγκεριμένη ἑπομένως νυκτερινὴ ὁδοιπορία εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα σκηνοθεσία, ὅπου τὸ δειλινό καὶ ἡ ἐρημιὰ τοῦ δρόμου παίζουν τὸν αἰώνιο στὴν ποίηση ὑποβλητικό τους ρόλο. Ἐξ ἄλλου ὁ ποιητὴς δηλώνει πὼς

… ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα σὰ δρόμος τῆς ψυχῆς…

(στ. 12-13)

Εἶχα λοιπὸν καταλήξει στὸ συμπέρασμα πὼς ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὴν σύνθεση τοῦ ποιήματος ἔπρεπε νὰ ἀναζητηθῇ σ’ αὐτὸν τὸν ἄλλο δρόμο, σὲ μιὰ μύχια πορεία καὶ συναίρεση παλαιῶν καὶ νέων διαδρομῶν, εἰκόνων καὶ συμβολισμῶν, ὅπου ἡ συγκεκριμένη ἱερὰ ὁδὸς μὲ τὴν πενθοῦσα Δήμητρα στὸ τέρμα της, τὴν «Χρυσοδαφνιώτισσα» τὴν Παναγιὰ στὸ κράσπεδό της, μὲ τὴν Ἀλκμήνη «κατ’ ἐπιφορὰν» καὶ τὸν ἀτσίγγανο «καθ’ ἕλξιν» ἦταν ἁπλῶς ἕνας συνεκτικός δεσμός, ἕνας τρόπος γιὰ νὰ συνδεθοῦν ὅλα αὐτὰ μὲ κάποια φυσικότητα πρὸς ἕναν στόχο. Οὐχ ἧττον ὅμως, ὅπως θά λέγαμε παλιότερα, μὲ ἐβασάνιζε ἡ ζήτηση τοῦ καταλύτη ποὺ ἔδωσε στὸν ποιητὴ τὸ ἔναυσμα νὰ ἑνώσῃ, μὲ εἱρμό τὸν ἴδιο δρόμο, τὸ θεῖο καὶ τὸ βέβηλο, τὸ ἀρχαῖο καὶ τὸ πρόσφατο στὸ ξυπνητὸ ἐκεῖνο ὄνειρο τῆς στὸ ἀπώτερο μέλλον «ἐπὶ γῆς εἰρήνης».

Ἀπροσδόκητη ὅμως ἀφορμὴ γιὰ μιὰ νέα ὑπόθεση μοῦ ἔδωσε τὸ ἡμερολόγιο ποὺ ἐξέδωσε γιὰ τὸ ἔτος 2001 ὁ πολιτιστικὸς σύλλογος Αἰγάλεω «Ἱερὰ Ὁδός». Ἐκεῖ μεταξὺ ἄλλων ἐδημοσιεύθησαν, συνοδευόμενες ἀπὸ τὶς σχετικὲς πληροφορίες, δύο « carte postale», ἡ μία τοῦ 1900, μὲ σφραγῖδα ἀποστολῆς τὸ 1907, καὶ ἡ ἄλλη τοῦ 1930. Καὶ οἱ δύο

εἶναι φωτογραφίες ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ προσώπων καὶ πραγμάτων.

Ἡ πρώτη, τὴν ὁποίαν εἴχαμε ἤδη δημοσιεύσει μὲ κάποιον σχετικὸ ὑπαινιγμὸ στὸ 6ο τεῦχος τῆς ἐπετηρίδας τοῦ 3ου Λυκείου Αἰγάλεω «Ἡ Αἴθουσα», εἰκονίζει περιπατητὴ πού, ὅπως καὶ ὁ ποιητής, ξαποσταίνει καθισμένος σὲ μιὰ πέτρα στὸ κράσπεδο τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ, κάτω προφανῶς ἀπό το ὕψωμα τοῦ Προφήτη Ἠλία, πρὶν ἀπὸ τὴν διάβαση τοῦ Δαφνίου. Ὁ δρόμος στενὸς καὶ ἀνηφορικός, χωρὶς ἄσφαλτο ἀκόμη, διατηρεῖ περίπου τήν ἀρχαία του θέση. Κάτω ἀπὸ τὴν φωτογραφία θὰ μποροῦσε ἄριστα νὰ τυπωθοῦν ὡς ἐπεξήγηση (λεζάντα) οἱ στίχοι 21-25 τοῦ ποιήματος, τοὺς ὁποίους ἐσημειώσαμε ἀνωτέρω.

Ἡ δεύτερη ἔχει ἐπίσης ληφθῆ ἐπὶ τῆς Ἰερᾶς Ὁδοῦ, δίπλα στὴν ἐρημικὴ τότε παραλία τοῦ Σκαραμαγκᾶ καὶ τὴν λίμνη Κουμουνδούρου. Εἰκονίζει δύο τσιγγάνους μὲ μιὰ ὄρθια μεγαλοπρεπῆ ἀρκούδα. Πίσω ἀπὸ τὸν πρῶτο τσιγγάνο διακρίνεται κάποιο ἄλλο ζῶο, ἴσως ὄχι ἀρκουδάκι, ἀλλὰ μᾶλλον σκυλί. Καὶ οἱ δύο φωτογραφίες εἶχαν κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εὐρέως κυκλοφορηθῆ στὴν ἐποχή τους, ἀφοῦ καὶ τώρα ἀνατυπώνονται γιὰ τοὺς συλλέκτες. Καθὼς περιλαμβάνουν ὅλα σχεδόν τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα ποὺ ἐπικαλεῖται ὁ ποιητής, δηλαδὴ τὸν ἐρημικὸ ἱερὸ δρόμο, τὴν πέτρα μὲ τὸν ὁδοιπόρο, τοὺς τσιγγάνους μὲ τὴν ἀρκούδα, μὲ ἔβαλαν στὸν πειρασμὸ νὰ ὑποθέσω ὅτι δὲν εἶναι ἴσως ἄσχετες, ὡς ἀφορμή, μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ ποιητή.

Τοῦ γεγονότος αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ εἶχεν ἐπίγνωση ὁ ποιητής, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ ἀποδοθῇ καὶ σὲ κάποιο εἶδος παραμνησίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ἐν προκειμένῳ ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Παντελὴς Πρεβελάκης στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου του γιὰ τὸν Σικελιανό (ΜΙΕΤ 1990): «Ἕνα πρωὶ ποὺ ὁ Σικελιανὸς μὲ ἐπισκέφτηκε στὸ σπίτι μου… μοῦ διηγήθηκε τ’ ὄνειρό του τῆς περασμένης νύχτας, ὅπου εἶχε δεῖ δυὸ ἄλογα, «τὸ μαυροχήτη Ἀρίωνα καὶ τὸν ξανθὸ Δημογοργόνα», νὰ τριποδίζουν στὸ δρόμο τῆς Ἐλευσίνας. Τὸ ὄνειρο δὲν εἶχε ἀκόμα μετουσιωθῆ σὲ ποίημα. Χωρὶς νά πῶ λέξη, πῆρα ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη μου ἕνα βιβλίο καὶ τοῦ ἔδειξα τὰ δυὸ ἄλογα τοῦ Giorgio de Chirico, τὸ ἕνα μαῦρο, τὸ ἄλλο λευκό, ποὺ βαδίζουν μὲ ἀναμαλλιασμένες χαῖτες στὴν Ἱερὰ Ὁδό, μὲ φόντο τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Σικελιανός ἔμεινε μιὰ στιγμὴ ἄναυδος. «Πῶς εἶναι δυνατό; Αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἄλογα εἶδα στ’ ὄνειρό μου!». Ὅπως εἶναι γνωστό, τὸ ποίημα «Ἀττικὸ» ποὺ γεννήθηκε ὑπὸ αὐτὲς τὶς περιστάσεις μοῦ ἔκανε τὴν τιμὴ νὰ μοῦ τὸ ἀφιερώσῃ. Ἀναβάτες τῶν ἀλόγων εἶναι ὁ Ποιητὴς καὶ ὁ «ἀδελφός» του». !

Σημειωτέον ὅτι τὸ ποίημα αὐτό, ἀνήκει στὴν ἴδια ποιητικὴ ἑνότητα, τὰ «Ὀρφικά», ὅπως καὶ τὸ «Ἱερὰ Ὁδός». Ἂν λοιπὸν δὲν προσφύγουμε σὲ μεταφυσικὲς ἑρμηνεῖες, παρόμοια περιστατικὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθοῦν κάλλιστα σὲ κάποια πλάνη τῆς μνημονικῆς λειτουργίας.

Βεβαίως ὁ ἰσχυρισμός μας ὡς πρὸς τὸ ποίημα «Ἱερὰ Ὁδὸς» εἶναι ἁπλῶς μιὰ ὑποψία, ἐνδεχομένως ἀβάσιμη γιὰ τοὺς πολλούς, νόμιμη ὅμως, ἀκόμη κι ἂν ἀμφισβητῇ μαρτυρία ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ κριθῇ αὐθεντική, ἀφοῦ στὸν ρευστὸ χῶρο τῆς ποιητικῆς δὲν γίνεται νὰ ἐφαρμοστῇ ὁ σιδηροῦς νομικὸς κανόνας τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας.

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κι ἂν οἱ διστακτικὲς αὐτὲς γραμμὲς περιγράφουν ἁπλῶς μιὰ σύμπτωση ἐρήμην τῆς πραγματικότητος, ὅμως τοὐλάχιστον προτείνουν ἕνα αὐθεντικὸ εἰκαστικὸ ὑλικὸ γιὰ τὴν διδασκαλία καὶ κινοῦνται ἑρμηνευτικά στὸ πλαίσιο τοῦ πραγματικοῦ τόπου καὶ χρόνου.

Γι’ αὐτὸ ἀφιερώνονται στὸν δραστήριο τοπικὸ σύλλογο «Ἱερὰ Ὁδὸς» καὶ στὸν φίλο πρόεδρό του κ. Ἀντώνη Παργανᾶ.

Τὸ κείμενο αὐτὸ ἔχει δημοσιευθῆ στὸ 12ο τεῦχος τῆς ἐπετηρίδας τοῦ 3ου Λυκείου Αἰγάλεω «Ἡ Αἴθουσα» (σχολ. ἔτος 2006 – 2007), σελ. 97 – 102.